Πέμπτη 31 Οκτωβρίου 2013

Νέο “παιδομάζωμα” μέσω Μνημονίου


exot
Η Υγεία στην Ελλάδα νοσεί. Νοσεί εδώ και χρόνια. Και νοσεί για αρκετούς λόγους. Νοσεί λόγω της σαπίλας κάποιων συνδικαλιστών – βλ. Περίπτωση του συνδικαλιστή του Σωτηρία, νοσεί λόγω της πολιτικής των φαρμακευτικών εταιρειών που έμαθαν στο “γλύκισμα” τους εργαζόμενους στα νοσοκομεία και αυτοί ανταποκρίθηκαν, νοσεί λόγω του κράτους το οποίο μετέτρεψε τα νοσοκομεία σε κέντρα “βολέματος” δικών τους ανθρώπων. Νοσεί όπως και κάθε άλλος τομέας του σύγχρονου νεοελληνικού κράτους.
Τι είναι το μοναδικό που σώζει το ελληνικό κράτος; Που το κρατά ένα επίπεδο παραπάνω από τις γειτονικές χώρες και δύο επίπεδα πάνω από κάποιες αφρικανικές χώρες όπως η Αίγυπτος; Κάτι πολύ απλό. Το ανθρωπινό της δυναμικό. Οι Έλληνες επιστήμονες, οι εξειδικευμένοι Έλληνες εργαζόμενοι, που ό,τι και εάν θέλει να πεί κάποιος για το ελληνικό κράτος βρίσκονται στο επίπεδο της Δυτικής Ευρώπης. Και όμως, με την τραγική τροπή την οποία έχουν πάρει τα πράγματα, κινδυνεύουμε να χάσουμε ακόμη και αυτή την τελευταία ασφάλειά μας...

Γιατί; Μα γιατί το καλύτερο ίσως κομμάτι του ελληνικού λαού, οι Έλληνες επιστήμονες αναγκάζονται να πάρουν τον δρόμο για το εξωτερικό. Και ακόμη χειρότερα, πλέον οι Έλληνες επιστήμονες δεν “δραπετεύουν” μόνον προς τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά και προς την Τουρκία αλλά και άλλες αραβικές χώρες. Χαρακτηριστικά τα δημοσιεύματα που είδαν χθες το φώς της δημοσιότητας, σύμφωνα με τα οποία η Τουρκία ζητά 7.000 Έλληνες γιατρούς να δουλέψουν εκεί. Και μάλιστα το κάλεσμα αυτό το απεύθυνε ο υπουργός Υγείας της Τουρκίας, Μεχμέτ Μουεζίνογλου.
"Περίπου επτά χιλιάδες γιατροί στην Ελλάδα αναζητούν δουλειές στο εξωτερικό. Τους χρειαζόμαστε", δήλωσε αφοπλιστικά. "Οι πόρτες της Τουρκίας είναι ανοιχτές για τους 7.000 Ελληνες γιατρούς. Τους προσκαλώ να υπηρετήσουν αυτή τη χώρα και το έθνος με τις γνώσεις τους", προσέθεσε ο Τούρκος υπουργός Υγείας, μιλώντας σε δημοσιογράφους την Δευτέρα. "Κάποτε παίρναμε την Ελλάδα ως παράδειγμα, αλλά από το 2002 και έπειτα επιτυγχάνουμε πολύ περισσότερα", είπε με νόημα. 
Αξίζει να σημειωθεί, πάντως, ότι μέχρι τώρα η πρόσβαση στα νοσοκομεία και τις υποδομές του τουρκικού Δημοσίου είναι αδύνατη για όσους δεν διαθέτουν τουρκική ιθαγένεια. Οι απαιτήσεις για να εργαστεί κανείς στη γειτονική χώρα περιλαμβάνουν την απόκτηση πιστοποιητικού ειδικότητας και άδειας άσκησης επαγγέλματος, την ύπαρξη μόνιμης κατοικίας, ασφάλισης και βασικού πτυχίου γνώσης τουρκικής γλώσσας. Το τουρκικό πρακτορείο Ανατολή μετέδωσε την περασμένη εβδομάδα ότι 24 Έλληνες γιατροί εργάζονται ήδη σε ιδιωτικά νοσοκομεία της Τουρκίας. Η είδηση αυτή, ως φαίνεται, λειτούργησε ως προπύργιο της δήλωση Μουεζίνογλου.
Δεν είναι όμως μόνον η Τουρκία
Όπως προκύπτει από τα στοιχεία του Ιατρικού Συλλόγου Αθηνών (ΙΣΑ), μέσω του οποίου διεκπεραιώνεται η σχετική διαδικασία της «μετανάστευσης», ο αριθμός των γιατρών που φεύγουν στο εξωτερικό έχει αυξηθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια. Όντως, στην Ελλάδα υπάρχει μια μεγάλη δυσαναλογία ανάμεσα στον μεγάλο αριθμό των αποφοίτων των  ιατρικών σχολών και του μικρού αριθμού των διαθέσιμων θέσεων ειδικότητας. Εξαιτίας αυτού του  προβλήματος, νέοι Έλληνες γιατροί αναγκάζονται εδώ και μερικά χρόνια να τολμήσουν να κάνουν το βήμα προς τις ευρωπαϊκές χώρες, εάν θέλουν να αποφύγουν το μεγάλο χρόνο αναμονής, που  κυμαίνεται από δύο έως δώδεκα έτη. Αυτό αφορά τόσο τις βασικές ειδικότητες, όπως παθολογία  και χειρουργική, καθώς και άλλες ειδικότητες.
Αν και ο χρόνος αναμονής για την παθολογία είναι συγκριτικά μικρός, περίπου δύο με τρία χρόνια, σε τομείς όπως η οφθαλμολογία και η δερματολογία πρέπει κάποιος να υπολογίζει έξι έως οκτώ χρόνια αναμονής. Για μια θέση ειδικότητας στην ογκολογία περιμένουν ακόμη και μέχρι δώδεκα χρόνια. Επίσης, σε αντίθεση με τη Γερμανία, δεν υπάρχει η δυνατότητα να κάνει κάποιος κάποιο μέρος της ειδικότητάς του σε εξειδικευμένο ιατρείο.
Ο επιμερισμός των θέσεων ιατρικής ειδικότητας γίνεται κεντρικά από το Υπουργείο Υγείας. Μετά  τις σπουδές τους οι νέοι γιατροί μπορούν να αποφασίσουν αν θέλουν να συμμετάσχουν για 12 έως  14 μήνες στο “Αγροτικό”, κάτι αντίστοιχο με το παλιό Έτος Πρακτικής εκπαίδευσης στη Γερμανία.
Πολλοί όμως δεν το επιλέγουν, γιατί τους τρομάζει η τουλάχιστον ενός έτους διαμονή στην επαρχία, καθώς και η συνήθως πολύμηνη περίοδος αναμονής για μια τέτοια θέση.
Ένας άλλος τρόπος, για να αξιοποιηθεί ο χρόνος αναμονής από τους νέους γιατρούς, είναι η συμμετοχή τους σε κάποια έρευνα και η εκπόνηση διδακτορικής διατριβής. Όμως οι θέσεις για ακαδημαϊκό προσωπικό είναι λίγες και ακόμα πιο λίγες από αυτές είναι οι αμειβόμενες θέσεις. Σε αντίθεση με τη Γερμανία, οι Έλληνες φοιτητές της ιατρικής (στην Ελλάδα) δεν έχουν τη δυνατότητα να αποκτήσουν το διδακτορικό τίτλο κατά τη διάρκεια των σπουδών τους. Εκτός αυτού, η περίοδος έρευνας πρέπει να διαρκεί τουλάχιστον πέντε χρόνια.
Τέλος, οι λίστες αναμονής γίνονται όλο και πιο μεγάλες, μετά την ένταξη των χωρών της πρώην Ανατολικής Ευρώπης στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Πολλοί απόφοιτοι ελληνικών σχολείων που δεν εισάγονται σε κάποια ιατρική σχολή στην Ελλάδα, αποφασίζουν συνήθως να σπουδάσουν σε ένα ιδιωτικό πανεπιστήμιο σε κάποια χώρα της Ανατολικής Ευρώπης. Τα πτυχία αναγνωρίζονται αυτόματα, και συνεπώς ο αριθμός των αιτούντων για τις θέσεις ειδικότητας αυξάνεται επίσης.
Εκτιμάται ότι κάθε χρόνο οι ιατρικές σχολές της χώρας «παράγουν» περίπου 3.500 νέους γιατρούς, με το 1/3 αυτών να αποφοιτούν από τις δύο μεγαλύτερες Ιατρικές Σχολές της χώρας, του Πανεπιστημίου Αθηνών και του ΑΠΘ. Την ίδια ώρα, κάθε χρόνο συνταξιοδοτούνται περίπου 1.000
Ακόμη και στην Αλβανία έχουν βρει δουλειά Έλληνες γιατροί, ενώ πολύ κοντά σε αριθμούς Ελλήνων ιατρών είναι τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, άλλες χώρες της περιοχής, αλλά ακόμη και η Νότιος Αφρική, το Σουδάν και φυσικά οι Ηνωμένες Πολιτείες, ο Καναδάς και η Αυστραλία.

Η Γερμανία ως διέξοδος
Κάτω από αυτές τις συνθήκες πολλοί Έλληνες, ασκούμενοι γιατροί επιλέγουν το εξωτερικό για την περαιτέρω εκπαίδευσή τους. Μια συχνή επιλογή είναι η Γερμανία, επειδή η έλλειψη γιατρών εκεί είναι ήδη γνωστή και επειδή οι υψηλές προδιαγραφές της γερμανικής εκπαίδευσης έχουν μια πολύ καλή φήμη στην Ελλάδα.
Στη Γερμανία αναγνωρίζονται οι ελληνικές σπουδές ιατρικής και η άδεια εξασκήσεως επαγγέλματος όλων των ειδικοτήτων. Οι Έλληνες γιατροί παίρνουν μια προσωρινή άδεια εργασίας, όταν διαθέτουν καλή γνώση της γερμανικής γλώσσας  και μια σύμβαση εργασίας με ένα γερμανικό νοσοκομείο ή ιδιωτικό ιατρείο. Και αυτή είναι μόνον μία ειδικότητα. Αντίστοιχη “ζήτηση” στο εξωτερικό έχουν και οι Έλληνες μηχανικοί, αλλά και πολλές ακόμη ειδικότητες. Κάθε όμως Έλληνας επιστήμονας που καταφεύγει στο εξωτερικό, αδυνατίζει τις ελπίδες της χώρας για μία πραγματική ανάκαμψη, πέραν από τους αριθμούς των Βρυξελλών.
Δημήτρης Παπαγεωργίου

www.elora.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου